πλάνης

πλάνης
(-ητος) ο
1) скиталец; 2) кочевник

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "πλάνης" в других словарях:

  • πλάνης — πλάνη wandering fem gen sg (attic epic ionic) πλάνης wanderer masc nom sg πλανάω cause to wander pres ind act 2nd sg πλανάω cause to wander imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλάνης — ητος, ο, η, ΝΑ, και πλάνητας, ο, Ν (ως ουσ. και ως επίθ.) 1. αυτός που περιφέρεται εδώ κι εκεί, που δεν έχει μόνιμο τόπο διαμονής, ο περιπλανώμενος (α. «εις τον πλάνητα δρόμον», Παπαδ. β. «οἵ φέρονται πλάνητες ἐπ οἶδμα πόλεις τε βαρβάρους… …   Dictionary of Greek

  • πλανήτων — πλάνης wanderer masc gen pl πλανάω cause to wander pres imperat act 3rd pl (doric) πλανάω cause to wander pres imperat act 3rd dual (doric) πλανάω cause to wander pres imperat act 3rd pl (epic doric ionic aeolic) πλανάω cause to wander pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλάνησι — πλάνης wanderer masc dat pl πλάνησις making to wander fem voc sg πλανάω cause to wander pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλάνησιν — πλάνης wanderer masc dat pl πλάνησις making to wander fem acc sg πλανάω cause to wander pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλάνητα — πλάνης wanderer masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλάνητας — πλάνης wanderer masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλάνητες — πλάνης wanderer masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλάνητι — πλάνης wanderer masc dat sg πλανάω cause to wander pres ind act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλάνητος — πλάνης wanderer masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετεροπλανής — ἑτεροπλανής, ές (Α) αυτός που πλανιέται εδώ και εκεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + πλανής (πλανώμαι), πρβλ. α πλανής, πολυ πλανής] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»